Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΤΟ ΚΑΛΟ ΜΑΣ...

(Με αφορμή την πρόταση της επιτροπής προπτυχιακών σπουδών)

Ξεκινώντας με τις δύο λέξεις που ήρθαν στο προσκήνιο το τελευταίο καιρό στην ΣΕΜΦΕ θα μπορούσαμε να γράψουμε και να συζητήσουμε αρκετά. Αρχικά το Πρόγραμμα Σπουδών ήταν και είναι κάτι το όποιο απασχολεί το σύνολο της σχολής από ίδρυσής της. 'Όχι αναίτια εφόσον συνδέεται στο παρελθόν με μία διαδικασία αλλαγής αυτού για την απόκτηση επαγγελματικών δικαιωμάτων (ΑΣΕΠ, ΤΕΕ), προφανώς αυτά ήρθαν κατά το ήμισυ και διασπασμένα, αλλά και στο παρόν ξαναέρχεται στο προσκήνιο από την επιτροπή προπτυχιακών σπουδών. Αυτή τη φορά όμως με ακόμα πιο αρνητικό πρόσημο από την προηγούμενη, στο βαθμό που είναι μια προσπάθεια εναρμόνισης του προγράμματος με τον οργανισμό και τις πτυχές του νέου νόμου πλαίσιο.

Σε αυτό το κείμενο θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τις αλλαγές που επιχειρούνται, εξηγώντας το πως αυτές συνδέονται με τον νόμο, τι αρνητικά φέρνουν για εμάς, και να μιλήσουμε συνολικότερα, αλλά και με συντομία, για την άποψη μας σε σχέση με την εκπαιδευτική διαδικασία. 

Κρατώντας στα χέρια μας (ή καλύτερα στα mail μας) την απόφαση της επιτροπής βγάλαμε εξαρχής κάποια γρήγορα συμπεράσματα. Πρώτα και κύρια διαπιστώσαμε μια κυρίαρχη αντίφαση που διαπερνά συνολικά το πνεύμα του κειμένου: Σκοπός της επιτροπής είναι να κάνει την φοίτηση και την αποπεράτωση της σχολής ευκολότερη με μια διαδικασία όμως εντατικότερου ρυθμού σπουδών, με υποχρεωτικές προόδους, παραπάνω εργαστήρια, κατεύθυνση υποχρεωτικών παρακολουθήσεων, προαπαιτούμενα και αλυσίδες και με κόψιμο των μαθημάτων επιλογής. Είναι δυνατόν με όλα αυτά να γίνει ευκολότερη; Προφανώς και όχι... Επειδή επί της ουσίας όχι μόνο προσθέτει παραπάνω υποχρεώσεις στους φοιτητές αλλά τις χρωματίζει κιόλας με με την λογική του νέου νόμου. Είναι κάτι παραπάνω από εμφανές ότι υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα ως προς τι η κοινή λογική της καθημερινότητας του συνόλου των φοιτητών θεωρεί ευκολότερο και τι η επιτροπή των καθηγητών. Γι αυτούς ευκολότερη διαδικασία φοίτησης είναι η ολοήμερη παραμονή στη σχολή (μαθήματα, εργαστήρια), είναι η διαδικασία όπου ο φοιτητής σκύβει το κεφάλι πάνω από τα βιβλία και το σηκώνει μόνο όταν αλλάζει αίθουσα για μάθημα!! Συμφωνούμε και εμείς ότι αν γίνουμε ρομπότ θα τελειώσουμε όντως γρηγορότερα τη σχολή, μέσα από διαδικασία πειθαρχίας στους ανωτέρούς μας και τυφλής υποταγής, αφού ανώτεροι είναι, θα ξέρουν τι κάνουν αυτοί για εμάς!! Βέβαια μπορεί στο ενδιάμεσο να βγούμε ελαττωματικοί και να διαγραφούμε (ν+2 όπως λέει και ο ποιητής-υπουργός). 

Τι είναι όμως αυτό που πραγματικά γίνεται;

Στην πραγματικότητα τίποτα εν τέλει δεν είναι τυχαίο... Δεν ξαφνιαστήκαμε όταν πρωτοδιαβάσαμε την απόφασή τους. Κάτι οι οργανισμοί των ιδρυμάτων, κάτι οι νόμοι αρβανιτόπουλου-διαμαντοπούλου, είχαμε εξοικειωθεί πλέον με την προσπάθεια διάσπασης των πτυχίων σε 3(bachelor) + 2(master), με τις πιστωτικές μονάδες, τις διαγραφές και τα πειθαρχικά μέτρα. Αυτό που περιμέναμε ήταν ποιος θα κάνει το πρώτο βήμα υλοποίησης όψεων αυτής της κατεύθυνσης για να προλειάνει το έδαφος εφαρμογής και των υπολοίπων. Και τελικά όπως ήταν προφανές οι καλοθελητές έκαναν την εμφάνισή τους. Δεν είναι τυχαίο που ένα μεγάλο κομμάτι του καθηγητικού μπλοκ πρωτοστατεί σε τέτοιες κινήσεις. Το επιτάσσει η θέση τους και ο ρόλος που διαδραματίζουν. Είναι ο ιμάντας μεταβίβασης ή καλύτερα επεξεργασίας και εφαρμογής της μεταρρύθμισης, λόγο κυρίαρχα του ρόλου που παίζουν στον εκπαιδευτικό μηχανισμό, αυτού που διδάσκει. Μπορεί σε μια πρώτη ανάγνωση οι τρεις τελευταίες λέξεις της προηγούμενης πρότασης να φαίνονται ότι συνδέουν μια επιθετική ερμηνεία του ρόλου με μία φυσιολογική διαδικασία, αυτή της διδασκαλίας, είναι όμως έτσι; Αν θέλει κανείς να επεξεργαστεί καλύτερα το ζήτημα θα πρέπει να ανατρέξει στο ευρύτερο πλαίσιο λειτουργίας της παραγωγικής διαδικασίας αλλά και στις σχέσεις αυτής. Τα πανεπιστήμια προφανώς δεν είναι κάτι ξεκομμένο από την υπόλοιπη κοινωνία, στο βαθμό που όλα αλληλοεξαρτώνται και αλληλοεπηρεάζονται. Υπό αυτό το πρίσμα κάθε μηχανισμός επιτελεί ένα συγκεκριμένο ρόλο που συμπληρώνει ή καλύτερα βοηθά την ομαλή , προς το συμφέρον της αστικής τάξης, λειτουργία. Τα πανεπιστήμια καλούνται συνεπώς να παρέχουν στους εκπαιδευόμενους τις απαραίτητες γνώσεις που θα τους επιτρέψουν να ασκήσουν το μελλοντικό κοινωνικό του ρόλο και από την άλλη, διαδίδουν και επιβάλλουν στους εκπαιδευόμενους την κυρίαρχη ιδεολογία. Είναι προφανές ότι για να είναι πιο αποδοτικοί οι μελλοντικοί εργαζόμενοι-τωρινοί φοιτητές, θα πρέπει να μαθαίνουν το πως θα καταλάβουν τη μελλοντική τους θέση μέσα από μια διαδικασία απόκτησης των “ικανοτήτων” που χρειάζονται. Αυτές οι ικανότητες εμπεριέχουν σε μεγάλο βαθμό το ότι ο απόφοιτος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα πρέπει να μάθει και να “ελέγχει” τους υποτελείς του και να δέχεται τις εντολές των ανωτέρων του χωρίς αντίδραση. Σας θυμίζει τίποτα αυτό σε σχέση με την κατάσταση που περιγράφεται, στην τρίτη παράγραφο, σχετικά με την κατεύθυνση της απόφασης της επιτροπής; Επί προσθέτως εδώ έρχεται ο ρόλος αυτού που διδάσκει. Ο καθηγητής είναι εκείνος ο οποίος μεσολαβεί στη κατάσταση όπου εμείς μαθαίνουμε να είμαστε υπάκουοι στην “αυθεντία”, συνεπής στις “υποχρεώσεις” που χωρίς να μας ρωτήσουν πάνε να μας βάλουν και εν τέλει αποτελεί για εμάς μία πρότυπη για το μέλλον διαδικασία που θα ακολουθήσουμε στο χώρο εργασίας, συν του ότι η όξυνση της κατεύθυνσης αυτής κατά τη διάρκεια των σπουδών οξύνει τον ατομικό δρόμο και τον ανταγωνισμό.

Αυτό επιταχύνεται περισσότερο μέσω των κατευθύνσεων της μεταρρύθμισης που έχουμε αναλύσει και σε άλλα κείμενα μας, αλλά και στη συγκυρία μέσα στη σχολή με την επιβολή της απόφασης της επιτροπής.

Η απόφαση αυτή προβλέπει τα εξής:

(α) Μείωση του ελάχιστου αριθμού μαθημάτων που απαιτούνται για την απόκτηση του διπλώματος στα 54 μαθήματα το πολύ(9 εξάμηνα 6 μαθήματα/εξάμηνο το πολύ = 54 μαθήματα το πολύ). Σήμερα απαιτούνται 58 

ΚΑΙ

(στ) Μείωση των προσφερόμενων κατ’ Επιλογήν Υποχρεωτικών μαθημάτων(πέραν εκείνων που χαρακτηρίζουν τις Ροές)

Προφανώς δείχνουν πως η μείωση των μαθημάτων θα προέλθει από το κόψιμο των επιλογής πράγμα το οποίο είναι προφανές ότι δεν διευκολύνει τους όρους φοίτησης στο βαθμό που τα επιλογής είναι μια γρήγορη διέξοδος προς την απόκτηση πτυχίου. Αντί, από την άλλη να μειώσουν δύσκολα μαθήματα που δημιουργήθηκαν και πήραν υποχρεωτικό χαρακτήρα χωρίς να έχουν κάποιο συγκεκριμένο αντίκτυπο αλλά κυρίαρχα αντί να εναλλάσσουν τους καθηγητές μεταξύ τον μαθημάτων για να μην θεωρούνται μαθήματα- ιδιοκτησία καθηγητών για πάνω από 10 χρόνια όπως αυτά του Κουρκουλή (μηχανική1-2) με αποτέλεσμα να παρατηρούνται αυθαιρεσίες όπως το πάνω από 80% κόψιμο όσον το δίνουν.

(δ) Επέκταση, με επιθυμητή τη γενίκευση, των συμπληρωματικών τρόπων εκπαίδευσης και αξιολόγησης της επίδοσης των φοιτητών(ασκήσεις, εργασίες, εργαστήρια, θέματα, ενδιάμεσες εξετάσεις) σε όσο το δυνατόν περισσότερα μαθήματα του Προγράμματος Σπουδών (αυτή τη στιγμή οι τρόποι αυτοί εφαρμόζονται στο 54% των μαθημάτων του Προγράμματος).

ΚΑΙ

(ε) Καταγραφή ακολουθιών μαθημάτων τα οποία αποτελούν εκπαιδευτικές ενότητες. Επιτροπή, κατά πλειοψηφία, θεωρεί ως θετικό μέτρο, την καθιέρωση ενός χαρακτήρα «προαπαιτούμενου μαθήματος», με παραμέτρους που να εξασφαλίζουν την ύπαρξη ενός ελάχιστου επιπέδου προαπαιτούμενων γνώσεων (ενδεικτικά ο βαθμός 3 σε μια εξέταση στο προαπαιτούμενο μάθημα). Το μέτρο προτείνεται γιατί θεωρείται ότι θα αποτελέσει εργαλείο αποτελεσματικής καθοδήγησης των φοιτητών στην κατεύθυνση ενός ορθολογικού προγραμματισμού των σπουδών τους και μείωσης των φαινομένων συσσώρευσης φοιτητών που οφείλουν μέχρι τα τελευταία εξάμηνα, τα βασικά μαθήματα, φαινομένων που αδυνατίζουν τηνουσιαστική εκπαίδευση και επιτείνουν την δυσκολία αποφοίτησης.

Προφανώς εισάγεται μια διαδικασία περαιτέρω εξεταστικών φίλτρων, με υποχρεωτικές προόδους, και περαιτέρω σκλήρυνσης του προγράμματος με παραπάνω εργασίες και εργαστήρια, προαπαιτούμενα και αλυσίδες. Γίνεται έτσι ευκολότερη η σχολή; Για το σύνολο των φοιτητών όχι, στο βαθμό που αυτές οι “διευκολύνσεις” δεν είναι αποτέλεσμα των διεκδικήσεων του φοιτητικού συλλόγου αλλά μια σειρά πειθαρχικού τύπου μέτρων που έρχονται να επιβεβαιώσουν με τον πιο γλαφυρό τρόπο τους ρόλους. Αυτό του καθηγητή-αυθεντία και του φοιτητή-υποτελή ο οποίος θα πρέπει να ανταγωνιστεί, να λειτουργήσει ατομικά, να σκύψει το κεφάλι, να μην αντιμιλά επειδή αξιακά θα έχει άδικο αλλά κυρίαρχα όχι μόνο έχει άδικο αλλά δεν θα έχει και τρόπο να διεκδικήσει συλλογικά, αφού δεν θα έχει ούτε χρόνο αλλά ούτε και τη δυνατότητα εφόσον η συλλογική από- πολιτικοποίηση και ο φόβος της τιμωρίας θα καραδοκούν μαζί βέβαια με τον πέλεκυ της διαγραφής!! Τελικά όντως θέλουν να κάνουν ευκολότερη τη σχολή: Ευκολότερη για να περάσουν πτυχές της αναδιάρθρωσης που θα οξύνουν τον ατομικό δρόμο και την εντατικοποίηση, που θα έχουν σαν αποτέλεσμα την πειθάρχηση και την υποταγή, που εν τέλει θα μας προσδώσουν τα χαρακτηριστικά του πειθήνιου φοιτητή που δεν διεκδικεί ,του καταρτίσιμου-άνεργου- επανακαταρτίσημου εργαζόμενου που δεν απεργεί, σε μια περίοδο που οι αναιρέσεις των κεκτημένων του λαϊκού κινήματος είναι πραγματικότητα.

Και εμείς τι κάνουμε;

Οι φοιτητές έχουμε μία δυνατότητα που μας δίνει προοπτική. Να παλεύουμε συλλογικά, μέσα από τις διαδικασίες του φοιτητικού συλλόγου, υλοποιώντας τις αποφάσεις αυτού. Γιατί όμως να αγωνιζόμαστε συλλογικά; Επειδή η αναδιάρθρωση και η εφαρμογή πτυχών αυτής μας επηρεάζει όλους το ίδιο, επειδή κανένας μόνος του δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί στις κατευθύνσεις τους, επειδή εν τέλει απέναντι στο κυρίαρχο πρότυπο του επιτυχημένου καριερίστα, του “καταξιωμένου” επιστήμονα που έχει πατήσει επί πτωμάτων και της ατομικής διαπραγμάτευσης, επιλέγουμε την συλλογική προάσπιση των συμφερόντων μας. Επιλέγουμε να συγκρουστούμε με την καθημερινότητα της υποταγής που μας επιβάλλουν, την εικόνα της καθωσπρέπει συμπεριφοράς σε όσους μας στερούν τα δικαιώματά μας, το πρότυπο του επιτυχημένου και καταξιωμένου αλλά στην πραγματικότητα υποταγμένου και άβουλου φοιτητή. Όλα αυτά διαμορφώνουν μία βιτρίνα, που είναι αναγκαία για αυτούς (κυβέρνηση-υπουργείο-καθηγητές) για να συνεχίσουν ομαλά τη διαδικασία της εμπέδωσης της μεταρρύθμισης. Όμως υπάρχει κάτι που κάθε φορά δεν μπορούν να υπολογίσουν. Τη συλλογική μας αντίσταση, αυτή η αντίσταση που έχει αφήσει παρακαταθήκες και αποτυπώσει νίκες, που έχει παίξει πρωτοπόρο ρόλο εντός του ευρύτερου λαϊκού κινήματος, αυτή που χαρακτηρίζει τη νεολαία στην Ελλάδα και την έχει καταστήσει ως ένα από τα πιο εκρηκτικά κομμάτια της κοινωνίας. Αυτή η νεολαία λοιπόν, αυτό το φοιτητικό κίνημα, εμείς οι ίδιοι που κυκλοφορούμε στους διαδρόμους της σχολής μας μπορούμε να γίνουμε αυτοί που δεν υπολογίζουν το κόστος της αντιπαράθεσης και εν τέλει στις κρίσιμες στιγμές καταφέρνουν και σπάνε τη βιτρίνα της συναίνεσης, “απειλώντας” τα πρότυπα και διαταράσσοντας την ομαλότητα του συμβιβασμού.

Με αυτή τη λογική πιστεύουμε πως πρέπει να κινηθούμε, με την λογική της αντιπαράθεσης και της σύγκρουσης, κύριο συστατικό της οποίας πρέπει να είναι η μαζικότητα. Δεν μπορούμε να τους αφήσουμε να αναιρέσουν μια σειρά κατακτημένων δικαιωμάτων μας, όπως αυτό του ανθρώπινου ρυθμού σπουδών, της ενιαίας κατοχύρωσης των πτυχίων μας , της δυνατότητας μας να εξεταζόμαστε μία φορά το εξάμηνο σε κάθεμάθημα, με θέματα εντός της ύλης, και όχι να περνάμε μέσα από συνεχή εξεταστικά φίλτρα και πιστοποιήσεις από τους καθηγητές κ.α. 

Είναι παραπάνω από σαφές ότι προετοιμάζουν το έδαφος για την εφαρμογή του κύριου κομματιού της αναδιάρθρωσης. Με τα προαπαιτούμενα και τις αλυσίδες προετοιμάζουν το έδαφος για την εισαγωγή κριτηρίων για να περνάς το εξάμηνο ή το έτος, και σε συνδυασμό με τις υποχρεωτικές προόδους-εργαστήρια-παρακολουθήσεις αυξάνουν το φόρτο εργασίας των φοιτητών και κάνουν την δυνατότητα διεκπεραίωσης της σχολής εξαιρετικά δύσκολη. Προετοιμάζουν ένα έδαφος όπου δεν θα χωράν οι αντιδράσεις για την τελική διάλυση των πτυχίων, την εισαγωγή περαιτέρω πειθαρχικών μέτρων και διδάκτρων. Θέλουν ένα πανεπιστήμιο με φοιτητές άβουλους και πειθαρχημένους, ένα πανεπιστήμιο που δεν θα έχει καμία σύνδεση με τους κοινωνικούς αγώνες. Θα τους αφήσουμε;

Αντί επιλόγου

Απαντώντας, στο όχι και τόσο ρητορικό ερώτημα, για εμάς δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Όχι επειδή όπως θα πουν κάποιοι καθηγητές, που μας βρίζουν από το πρωί ως το βράδυ, που ξεκολλάν τα αφισετάκια μας και τα κολλάνε στα γραφεία τους για ενθύμιο, που βγάζουν φωτογραφία ή κατεβάζουν από το ίντερνετ τα κείμενα μας και τα “μελετάνε” στο γραφείο τους ( επειδή προφανώς δεν έχουν ούτε την αξιοπρέπεια να τα ζητήσουν) είμαστε μειοψηφίες και αλήτες που πρέπει να διαγραφούμε, επειδή έχουμε ως χόμπι το να αγωνιζόμαστε. Αλλά επειδή δεν φοβόμαστε να συγκρουστούμε, να απαντήσουμε στο κυρίαρχο ερώτημα, να μιλήσουμε με σαφήνεια, να λέμε την άποψη μας και ας κοστίζει. Ας κοστίζει στους καθηγητές που περιγράψαμε παραπάνω που όλος τυχαίος κάποιοι από αυτούς είναι στην επιτροπή προπτυχιακών σπουδών και στο Συμβούλιο Ιδρύματος, ας κοστίζει και σε όσους βολεύονται με την καθημερινότητα του συμβιβασμού. Επειδή το μέλλον μας κοστίζει περισσότερο από μία θέση στο CERN, στο ελληνοβρετανικό κολλέγιο και στο συμβούλιο του ιδρύματος, επειδή εμείς δεν επιλέγουμε να γίνουμε λαμόγια για να μην μας στοχοποιήσουν οι καθωσπρέπει, προτιμάμε να στοχοποιούμαστε επειδή παλεύουμε για ένα καλύτερο αύριο, προτιμάμε να δίνουμε το παρόν στους αγώνες του σήμερα και να εμπνεόμαστε από τις πολλές χρυσές σελίδες της κόκκινης ιστορίας του λαϊκού κινήματος και όχι από τα “επιτεύγματα” της μαύρης ιστορίας της διαπλοκής τους...

Ο δρόμος της σύγκρουσης είναι ο δύσκολος δρόμος, μα είναι και ο πιο ελπιδοφόρος. Δεν πρέπει να φοβόμαστε να παλεύουμε συλλογικά, δεν πρέπει να φοβόμαστε να νικάμε.